Κυριακή 12 Αυγούστου 2012

ΟΙ ΚΑΜΠΑΝΕΣ

EDGAR ALLAN POE ΚΑΙ SERGEI RACHMANINOFF

Ι

Άκου τα έλκηθρα με τα κουδουνάκια, -
τ΄ ασημένια κουδουνάκια!
Σαν τι κόσμους πασίχαρους δε λένε οι μελωδίες τους!
Πώς χτυπάν, χτυπάν, χτυπάν,
μέσ’ τον παγωμένον αέρα της νυκτός!
Ενώ τ΄ άστρα πασπαλίζουν
όλο τον ουρανό και λες σπιθοβολούν
από κρυστάλλινες χαρές,
κρατώντας το ρυθμό, ρυθμό, ρυθμό,
σα σ΄ ένα Ρουνικό ρυθμό,
μαζί με το τριγκίνισμα, που σκάει έτσι μουσικά
απ΄ των κουδουνιών τη σύχαρη βροντήν, ντιν, ντιν, ντιν, -
ντιν, ντιν, ντιν, -
απ΄ την κλαγγήν κι από των κουδουνιώνε τη βροντήν.

Rachmaninoff: Choral Symphony, The Bells - 1. Allegro non ma troppo, The Silver Sleigh Bells

ΙΙ
Άκου τις μελωδικές γαμήλιες καμπάνες, -
τις χρυσές καμπάνες!
Σαν τι κόσμους ευτυχίας δε λένε οι αρμονίες τους!
Μέσ’ το βαλσαμωμένον αέρα της νυχτός,
πώς αντηχάν όλο ηδονή!
Απ΄ τις νότες, τις σαν από χρυσάφι αναλυωμένο,
που ηχούν όλες μαζί,
το ρευστό τραγούδι κυλάει
ως την τρυγόνα, που αφουγκράζεται, κοιτώντας
το φεγγάρι!
Ω, μέσ΄ απ΄ τις σπηλιές τους τις ηχηρές,
τι μουγγό και μεγαλόπρεπο ξέσπασμα ευφωνικό!
Πώς σκάει!
Πώς διαρκεί
στο Μέλλον! Πώς λέει
την έκστασην που ωθεί,
σ΄ αυτό το σάλεμα κι αυτήν την ιαχήν,
τις καμπάνες που βροντάν, νταν, νταν, νταν –
τις καμπάνες που βροντάν, νταν, νταν, νταν –
νταν, νταν, νταν –
στο ρυθμό και την κωδωνοκρουσίαν απ΄ τις καμπάνες που βροντάν!

Rachmaninoff: Choral Symphony, The Bells - 2. Lento, The Mellow Wedding Bells

ΙΙΙ
Άκου τις βροντερές καμπάνες των κινδύνων,
τις μπρούντζινες καμπάνες!
Σαν τι ιστορίες τρόμων δε λένε οι φασαρίες τους!
Στ΄ αλαφιασμένο αυτί της νύχτας,
πώς σκούζουνε οι θανάσιμοι ήχοι τους!
Μη μπορώντας απ΄ τον τρόμο να μιλήσουν,
μόνο που σκούζουν, σκούζουν,
άναρθρα και παράφωνα,
σα μιαν επίκληση ηχηρή στον οίχτο της φωτιάς,
σα σ΄ ένα τσάκωμα τρελλό με τη φωτιά, που όλο μουγγά παραληρεί,
πηδώντας όλο πιο ψηλά, ψηλά, ψηλά,
και μ΄ έναν πόθο απελπισμένο,
και μια προσπάθειαν αποφασιστική,
ν΄ ανεβούνε τώρα ή ποτέ τους πια,
ως δίπλα στο φεγγάρι με το χλωμό πρόσωπο.
Ω, οι καμπάνες που βροντάν, νταν, νταν, νταν!
Σαν τι ιστορία οι τρόμοι τους δε λένε
απελπισίας!
Πώς σκούζουνε, κι ουρλιάζουν, και μουγκρίζουν!
Τι φρίκη χύνουν
στην καρδιά του αγέρα που όλος πάλλεται!
Κι όμως τ΄ αυτί πώς ξέρει θετικά,
απ΄ την οξύτητά τους
και σύμφωνα με την κραυγή τους,
τ΄ ανεβοκατεβάσματα του φλογερού κινδύνου·
κι όμως τ΄ αυτί πώς νιώθει καθαρά
απ΄ τον ήχο τον παράφωνο
κι απ΄ τον αλαλαγμό τους,
αν ο κίνδυνος φουντώνει είτε μικραίνει,
στο ησύχασμα ή τον άξαφνο θυμόν απ΄ τις καμπάνες που βροντάν –
τις καμπάνες που βροντάν –
τις καμπάνες που βροντάν, νταν, νταν, νταν, -
νταν, νταν, νταν, -
στην κραυγή και στην οργήν απ΄ τις καμπάνες που βροντάν!

Rachmaninoff: Choral symphony, The Bells - 3. Presto, The Loud Alarum Bells

IV
Άκου τις πένθιμες καμπάνες –
καμπάνες σιδερένιες!
Τι κόσμους σκέψης άρρητα επίσημης δεν κλείν΄ η μονωδία τους!
Μέσ’ τη σιωπή της νύχτας,
πώς μας παγών΄ η φρίκη,
από τη μελαγχολική φοβέρα της φωνής της!
Γιατί ο καθένας ήχος που πετιέται,
μέσ’ απ΄ το σκουριασμένο τους λαρύγγι,
είν΄ ένα βογγητό.
Κι εκείνοι – αχ, εκείνοι –
που μνέσκουν μέσα στο καμπαναριό,
ολομόναχοι,
και που βαράν τον ήχο, τον ήχο, τον ήχο το νεκρώσιμο,
μέσ΄ τη θαμπή τους τη μονοτονία,
νιώθουν βαθιά μια δόξα, σα να χτυπάν
μια πέτρα σ΄ ανθρώπινη καρδιά.-
Δεν είν΄ άντρες, μήτε και γυναίκες, –
ούτ΄ άνθρωποι, ούτε κτήνη.-
Μα είν’ οι Λάμιες :
κι ο βασιλιάς τους χτυπάει τον ήχο το νεκρώσιμο
κι απλώνει, απλώνει, απλώνει,
απλώνει γύρω
έναν βαρύν παιάνα απ΄ τις καμπάνες!
Κι η πρόσχαρη καρδιά του πώς φουσκώνει
μέσα σ΄ αυτόν τον παιάνα απ΄ τις καμπάνες!
Χορεύει κι αλαλάζει,
κρατώντας το ρυθμό, ρυθμό, ρυθμό,
σα σ΄ ένα Ρουνικό ρυθμό,
στον παιάνα απ΄ τις καμπάνες που βροντάν –
τις καπάνες που βροντάν :
κρατώντας το ρυθμό ρυθμό, ρυθμό,
σα σ΄ ένα Ρουνικό ρυθμό,
στον παλμό της καρδιάς απ΄ τις καμπάνες –
τις καμπάνες που βροντάν, νταν, νταν, νταν, -
στο λυγμόν απ΄ τις καμπάνες που βροντάν·
κρατώντας το ρυθμό, ρυθμό, ρυθμό,
καθώς βαράει τον ήχο, τον ήχο, τον ήχο το νεκρώσιμο,
σα σ΄ ένα ευτυχισμένο Ρουνικό ρυθμό,
στο βρόντο απ΄ τις καμπάνες,
τις καμπάνες που βροντάν, νταν, νταν, νταν –
στον πένθιμο τον ήχο απ΄ τις καμπάνες,
τις καμπάνες που βροντάν, νταν, νταν, νταν, νταν, -
νταν, νταν, νταν, νταν –
στο θρήνο και στο βόγγο απ΄ τις καμπάνες που βροντάν.

Rachmaninoff: Choral symphony, The Bells - 4. Lento lugubre, The Mournful Iron Bells

The Bells - Wikipedia, the free encyclopedia

The Bells (symphony) - Wikipedia, the free encyclopedia




While vacationing in Rome in  1907, composer Sergei Rachmaninoff received an anonymous letter from a  cello student whom he had never met. An admirer of Rachmaninoff and of  Edgar Allan Poe, the student urged Rachmaninoff to set Poe’s poem, “The  Bells,” to music. Rachmaninoff read a Russian translation of “The Bells”  and was won over. He completed his choral symphony (“The Bells”) in  1913 and later deemed it his personal favorite of all his compositions.

Rachmaninoff based his composition on a Russian translation of “The  Bells” by Konstantin Balmont, which took several liberties with Poe’s  poem. Most notable is Balmont’s additions to the “Silver Bells” stanza,  in which he adds a meditation on death as a “universal slumber—deep and  sweet beyond compare” (retranslation by Fanny S. Copeland). Basing his  composition on Balmont’s translation, Rachmaninoff composed cheerful  rather than solemn music for the “Silver Bells” stanza.

Rachmaninoff is not the only composer to find inspiration in Poe’s  works. Claude Debussy began composing an opera, “La chute de la maison  Usher,” based on Poe’s short story, “The Fall of the House of Usher.” A  leaf from the libretto of this opera is on display in the Ransom  Center’s current exhibition, From Out That Shadow: The Life and Legacy  of Edgar Allan Poe. Debussy worked on the opera between 1908 and 1918  but never completed it. More recently, minimalist composer Philip Glass  completed an opera based on “The Fall of the House of Usher” that  premiered in 1989.

English composer Joseph Holbrooke also  caught Poe fever. He set several of Poe’s poems to music, including  “Annabel Lee,” “The Raven,” “The Bells,” and created a ballet based on  “The Masque of the Red Death.”

Holbrooke’s works and Poe-inspired works of several other composers can be viewed in the Edgar Allan Poe digital collection.

These works are part of the William H. Koester collection, acquired by  the Ransom Center in 1966 and the source of most of the items featured  in the Ransom Center’s current Poe exhibition.



Σάββατο 11 Αυγούστου 2012

ΜΑΓΙΟΒΟΤΑΝΑ



ΜΑΝΩΛΗΣ ΚΑΛΟΜΟΙΡΗΣ (1883 – 1962): «Μαγιοβότανα» (ποίηση Κ. Παλαμά)



1. Πρελούδιο (1914) - Μια Νεράιδα μ’ εγέννησε (1912)
2. Η Γριά Ζωή (1908)
3. Στέκει το βασιλόπουλο (1912)
4. Η Μαύρη Λάμια (1905/1912)
5. Γυρνά κι ορμά ο Μενέλαος (1912)
6. Από ξένα βασίλεια (1912)
7. Σπέρμα της Χάμκως (1912)
8. Ο Διγενής Ακρίτας (1912)

KALOMIRIS:  (Daphne Evangelatos, Tokyo, 1987) Μαγιοβότανα (Magic Herbs or Herbs of May) - a cycle of eight songs by MANOLIS KALOMIRIS on a set of poems by KOSTIS PALAMAS 
http://youtu.be/nGRqEScKSVY



Mιά νεράιδα μ εγέννησεν (Κωστής Παλαμάς)


Mιά νεράιδα μ’εγέννησεν
Από θνητό πατέρα,
Ω μοίρα και ω παράδαρμα
Στον κόσμον εδώ πέρα!

Οι ξωτικές οι ανάερες
Στην όψη της σαρκός μου
Με κοιτάζουν παράξενα
Και φεύγουν απ΄εμπρός μου.

Στοιχειό με λένε οι άνθρωποι,
Και μακραίνουν με τρόμο
Και ξένος πάντα βρίσκομαι
Στης ερημιάς το δρόμο.

Η γριά Ζωή


Η γριά Ζωή ακουμπώντας με
Χαϊδευτικά στα στήθη,
Μου λέει το παραμύθι της,
Το αιώνιο παραμύθι:

Βασιλοπούλα αγάπησε
Το ξανθό παλικάρι
Και ζούσε με μονάκριβο
Καημό για να το πάρει.

Αλλά μια μέρα ο Δράκοντας
Της φύλαγε καρτέρι,
Και την άρπαξε κ’ έφυγε.
Που πάει; Κανείς δεν ξέρει!

Στέκει το Βασιλόπουλο


Στέκει το Βασιλόπουλο
Με το σπαθί στη βίγλα,
Για να πιάσει την άγνωστη,
Την καταλύτρα Στρίγγλα.

Στων άστρων το τρεμόφεγγο
Την ξανοίγει, ειν’ εκείνη!
Σπλάχνα κρατάει παιδιάτικα,
Και το αίμα τους πίνει.

Ωιμέ! κ’ η Στρίγγλα η φόνισσα
Ήταν η σαστικιά του,
Η αγνή, η καλή, η πεντάμορφη.
Και σωριάζεται κάτου.



Μαύρη Λάμια 


Η μαύρη Λάμια που έκλεισε 
στην καρδιά της τον Άδη, 
να κατέβω με πρόσταξε 
μέσ’ στο ξερό πηγάδι,

νάβρω το δαχτυλίδι της 
που μέσα εκεί έχει πέσει
μ’ ένα διαμάντι λιόκαλο
καρφωμένο στη μέση.

Ψάχνω, δε βρίσκω τίποτε... 
Ω νύχτα, ω τέρας πλάνο! 
Στα πόδια μου μιαν άβυσσο, 
και μια Λάμια αποπάνω.




Γυρνά κι ορμά ο Μενέλαος


Γυρνά κι ορμά ο Μενέλαος 
με το σπαθί στο χέρι
το Θάνατο στην άπιστην 
Ελένη να προσφέρη.

Αλλ’ εκείνη ολογάληνη 
με τ’ ανθισμένο χέρι
το αντίχολο κι αντίλυτο 
βοτάνι του προσφέρει.

Και το πίνει ο Μενέλαος, 
και του πέφτει απ’ το χέρι 
το σπαθί, κ’ ένα φίλημα 
στην Ελένη προσφέρει.

Από ξένα βασίλεια 


Από ξένα βασίλεια 
κι από το Μεσαίωνα 
ήρθεν εδώ ο Ιμπέριος
κ’ ήρθεν η Μαργαρώνα.

Ο ιππότης ο ανυπόταχτος 
κ’ η ωραία η πριγκηπέσσα 
μου χτύπησαν την πόρτα μου
και τους έμπασα μέσα.

Και να λένε τους έμαθα 
- λόγια πύρινα πόσα! – 
της αγάπης τα βάσανα 
στη δική μου τη γλώσσα!



Σπέρμα της Χάμκως 


Σπέρμα της Χάμκως, δέρνεσαι
μέσ’ στο λάγνο χαρέμι.
'Ύπνο ζητάς, όχι έρωτα, 
μα κι ο ύπνος σε τρέμει.

Σε διβάνι χρυσόστρωτο 
γέρνεις πρόσωπο χιόνι. 
Αλλά το Σούλι το άπαρτο 
σα βραχνάς σε πλακώνει.

Μόνο σκυμμένη απάνω σου 
σε χαϊδεύει η ακριβή σου, 
σαν πουλί που θα σάλευε 
στην άκρη μιας αβύσσου.



Ο Διγενής Ακρίτας 



Καβάλλα πάει ο Χάροντας 
το Διγενή στον 'Αδη,
κι άλλους μαζί... Κλαίει, δέρνεται 
τ' ανθρώπινο κοπάδι.

Και τους κρατεί στου αλόγου του
δεμένους τα καπούλια,
της λεβεντιάς τον άνεμο, 
της ομορφιάς την πούλια.

Και σα να μην τον πάτησε 
στου Χάρου το ποδάρι,
ο Ακρίτας μόνο ατάραχα 
κοιτάει τον καβαλλάρη!

- Ο Ακρίτας είμαι, Χάροντα, 
δεν περνώ με τα χρόνια.
Μ’ άγγιξες και δε μ’ ένοιωσες
στα μαρμαρένια αλώνια;

Είμ’ εγώ η ακατάλυτη 
ψυχή των Σαλαμίνων. 
Στην Εφτάλοφην έφερα 
το σπαθί των Ελλήνων.

Δε χάνομαι στα Τάρταρα, 
μονάχα ξαποσταίνω.
Στη ζωή ξαναφαίνομαι 
και λαούς ανασταίνω! –




Οι φωτογραφίες είναι του Κώστα Μπαλάφα http://www.costasbalafas.gr



Παρασκευή 10 Αυγούστου 2012

ΤΟ ΑΗΔΟΝΙ ΚΑΙ ΤΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ

OSCAR WILDE


«Είπε ότι θα χόρευε μαζί μου αν της έφερνα κόκκινα τριαντάφυλλα,» φώναξε ο νεαρός Φοιτητής, «άλλα σ' όλο τον κήπο μου δεν υπάρχει ούτε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο.» από την φωλιά της στη βελανιδιά η Αηδόνα τον άκουσε, και κοίταξε έξω μέσα από τα φύλλα, και απόρησε.
«Ούτε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο σ' όλο τον κήπο μου!» αυτός φώναξε, και τα όμορφα μάτια του γέμισαν δάκρυα.

Αχ, από τι μικρά πράγματα εξαρτάται η ευτυχία! Έχω διαβάσει όλα όσα οι σοφοί έχουν γράψει, και όλα τα μυστικά τής φιλοσοφίας είναι κτήμα μου, κι όμως για να θέλω ένα κόκκινο τριαντάφυλλο έχει γίνει η ζωή μου δυστυχισμένη.
«Επιτέλους να ένας πραγματικά ερωτευμένος,» είπε η Αηδόνα. «Νύχτες ολόκληρες κι’ αν έχω τραγουδήσει για αυτόν, αν και δεν τον ήξερα: νύχτες ολόκληρες έχω διηγηθεί την ιστορία του στ' αστερία, και τώρα τον αντικρίζω.
Τα μαλλιά του είναι σκούρα σαν τον ανθό του υάκινθου, και τα χείλη του κόκκινα σαν το τριαντάφυλλο του πόθου του αλλά το πάθος έχει κάνει το πρόσωπό του σαν ωχρό ελεφαντόδοντο, και η θλίψη έχει βάλει την σφραγίδα της πάνω στο μέτωπό του.»

Edita Gruberova. Le Rossignol et la Rose, Saint-Saens

«Ο Πρίγκιπας κάνει ένα χορό αύριο το βράδυ,» μουρμούρισε ο νεαρός φοιτητής, «και η αγάπη μου θα είναι καλεσμένη. Αν της φέρω ένα κόκκινο τριαντάφυλλο θα χορέψει μαζί μου μέχρι την αυγή.

Αν της φέρω ένα κόκκινο τριαντάφυλλο θα την κρατήσω στα χέρια μου, και θα γείρει το κεφάλι της πάνω στον ώμο μου, και το χέρι της θα είναι πιασμένο στο δικό μου.
Μα δεν υπάρχει ούτε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στον κήπο μου, κι έτσι θα κάθομαι μόνος, και εκείνη θα με προσπεράσει. Δεν θα μου δώσει καμία σημασία, και η καρδιά μου θα σπάσει.»

«Αυτός όντως είναι ο αληθινά ερωτευμένος,» είπε η Αηδόνα. «Για ότι εγώ τραγουδάω, εκείνος υποφέρει -ότι για μένα είναι χαρά, για εκείνον είναι πόνος.
Σίγουρα ο Έρωτας είναι ένα υπέροχο πράγμα. Είναι πιο πολύτιμος από σμαράγδια, και πιο ακριβός από φίνες οπαλίνες.
Τα μαργαριτάρια και τα πετράδια δεν μπορούν να τον αγοράσουν, ούτε και πουλιέται στην αγορά. Δεν μπορεί να αγοραστεί από τούς πραματευτάδες, ούτε μπορεί να μετρηθεί στη ζυγαριά για χρυσάφι.»

«Οι μουσικοί θα κάθονται στον εξώστη τους,» είπε ο νεαρός Φοιτητής, «και θα παίζουν τα έγχορδα όργανα τους, και η αγάπη μου θα χορεύει στους ήχους της άρπας και του βιολιού.
Θα χορεύει τόσο ανάλαφρα που τα πόδια της δεν θα αγγίζουν το δάπεδο, και οι αυλικοί με τις χαρούμενες ενδυμασίες τους θα συνωστίζονται γύρω της.
Αλλά με μένα δεν θα χορέψει, γιατί δεν έχω κόκκινο τριαντάφυλλο να της προσφέρω», και σωριάστηκε κάτω στο γρασίδι, και έχωσε το πρόσωπό του μέσα στα χέρια του, και έκλαψε.

«Γιατί κλαίει;» ρώτησε μία μικρή Πράσινη Σαύρα, καθώς τον προσπερνούσε με την ουρά της στο αέρα. «Γιατί, στ' αλήθεια;» είπε μία Πεταλούδα, που πετάριζε ολόγυρα κυνηγώντας μία ηλιαχτίδα.
«Γιατί, στ' αλήθεια;» ψιθύρισε μία Μαργαρίτα στο γείτονά της, με απαλή, χαμηλή φωνή. «Κλαίει για ένα κόκκινο τριαντάφυλλο,» είπε η Αηδόνα.
«Για ένα κόκκινο τριαντάφυλλο;» φώναξαν, «μα πόσο γελοίο!» και η μικρή Σαύρα, που ήταν κάπως κυνική, γέλασε απερίφραστα.
Όμως η Αηδόνα κατάλαβε το μυστικό της θλίψης του φοιτητή, και κάθισε σιωπηλή στη βελανιδιά, και σκέφτηκε σχετικά με το μυστήριο του Έρωτα.

The Nightingale and the Rose - R. Ponselle

Ξαφνικά άπλωσε τα καστανά φτερά της για πτήση, και υψώθηκε στον αέρα. Πέρασε μέσα από το δασύλλιο σα σκιά, και σα σκιά διέσχισε τον κήπο.
Στο μέσο του μικρού λιβαδιού στεκόταν μία όμορφη Τριανταφυλλιά, και όταν την είδε πέταξε προς το μέρος της, και κάθισε πάνω σε ένα κλαδάκι. «Δώσε μου ένα κόκκινο τριαντάφυλλο,» φώναξε, «και θα σου τραγουδήσω το πιο γλυκό μου τραγούδι.»
Αλλά το Δένδρο κούνησε το κεφάλι του. «Τα τριαντάφυλλά μου είναι άσπρα,» απάντησε, «τόσο άσπρα όσο ο αφρός της θάλασσας, και πιο άσπρα από το χιόνι πάνω στα βουνά. Αλλά πήγαινε στον αδελφό μου που φυτρώνει γύρω από το παλιό ηλιακό ρολόι, και ίσως θα σου δώσει αυτό που ζητάς.»

Έτσι η Αηδόνα πέταξε στην Τριανταφυλλιά που φύτρωνε γύρω από το παλιό ηλιακό ρολόι. «Δώσε μου ένα κόκκινο τριαντάφυλλο,» φώναξε, «και θα σου τραγουδήσω το πιο γλυκό μου τραγούδι.»

Αλλά το Δένδρο κούνησε το κεφάλι του. «Τα τριαντάφυλλά μου είναι κίτρινα,» απάντησε «τόσο κίτρινα όσο τα μαλλιά της γοργόνας που κάθεται πάνω σε έναν κεχριμπαρένιο θρόνο, και πιο κίτρινα από τον ασφόδελο που ανθίζει στο λιβάδι πριν ο θεριστής έρθει με το δρεπάνι του.
Αλλά πήγαινε στον αδελφό μου που φυτρώνει κάτω από το παράθυρο του Φοιτητή, και ίσως θα σου δώσει αυτό που ζητάς.»

Le Rossignol (The Nightingale) Natalie Dessay English Subtitles by Igor Stravinsky 
Έτσι η Αηδόνα πέταξε στην Τριανταφυλλιά που φύτρωνε κάτω από το παράθυρο του Φοιτητή. «Δώσε μου ένα κόκκινο τριαντάφυλλο,» φώναξε, «και θα σου τραγουδήσω το πιο γλυκό μου τραγούδι.»
Αλλά το Δένδρο κούνησε το κεφάλι του. «Τα τριαντάφυλλά μου είναι κόκκινα,» απάντησε, «τόσο κόκκινα όσο τα πόδια του περιστεριού, και πιο κόκκινα από τις μεγάλες βεντάλιες του κοραλλιού που κυματίζουν και κυματίζουν στα σπήλαια του ωκεανού.

Αλλά ο χειμώνας έχει παγώσει τις φλέβες μου, και η παγωνιά έχει κάψει τα μπουμπούκια μου, και η θύελλα έχει σπάσει τα κλαριά μου, και δεν θα έχω καθόλου τριαντάφυλλα αυτό το χρόνο.»

«Ένα κόκκινο τριαντάφυλλο είναι το μόνο που θέλω,» φώναξε η Αηδόνα, «μόνο ένα κόκκινο τριαντάφυλλο! Δεν υπάρχει κανένας τρόπος με τον όποιο να μπορέσω να το αποκτήσω;»
«Υπάρχει ένας τρόπος,» απάντησε το Δένδρο, «αλλά είναι τόσο τρομερός που δεν τολμώ να σου τον πω.» «Πες τον μου,» είπε η Αηδόνα, «Δεν φοβάμαι.»
«Αν θέλεις ένα κόκκινο τριαντάφυλλο,» είπε το Δένδρο, «πρέπει να το δημιουργήσεις από τη μουσική στο φως του φεγγαριού, και να το βάψεις με το αίμα της ίδιας σου της καρδιάς. Πρέπει να μού τραγουδήσεις με το στήθος σου πάνω σε ένα αγκάθι.

Όλο το βράδυ πρέπει να μου τραγουδήσεις, και το αγκάθι πρέπει να τρυπήσει την καρδιά σου, και το αίμα της ζωής σου πρέπει να τρέξει μέσα στις φλέβες μου, και να γίνει δικό μου.»

«Ο Θάνατος είναι μεγάλο τίμημα να πληρώσει (κάποιος) για ένα κόκκινο τριαντάφυλλο,» φώναξε η Αηδόνα, «και η Ζωή είναι πολύ ακριβή για όλους. Είναι ευχάριστο να κάθεσαι στο πράσινο δάσος, και να παρακολουθείς τον Ήλιο στο άρμα του από χρυσό, και τη Σελήνη στο άρμα της από μαργαριτάρια.
Γλυκό είναι το άρωμα του κράταιγου, και γλυκοί είναι οι άγριοι υάκινθοι που κρύβονται στην κοιλάδα, και η ερείκη που ανθίζει στο λόφο. Ωστόσο ο έρωτας είναι καλύτερος από την Ζωή, και τι είναι η καρδιά ενός πουλιού συγκρινόμενη με την καρδιά ενός ανθρώπου;»

Eugenia Miroshnichenko "Le Rossignol et la Rose ", Saint-Saens

Έτσι άπλωσε τα καστανά φτερά της για πτήση, και υψώθηκε στον αέρα. Πέρασε πάνω από τον κήπο σα σκιά, και σα σκιά διέσχισε το δασύλλιο.
Ο νεαρός Φοιτητής ακόμα κείτονταν στο γρασίδι, όπου τον είχε αφήσει, και τα δάκρυα δεν είχαν ακόμη στεγνώσει στα όμορφα μάτια του.
«Να είσαι ευτυχισμένος,» φώναξε η Αηδόνα, «να είσαι ευτυχισμένος, θα το έχεις το κόκκινό σου τριαντάφυλλο. Θα το φτιάξω από μουσική στο φεγγαρόφωτο, και θα το βάψω με της ίδιας της καρδιάς μου το αίμα.

Το μόνο που ζητώ από σένα σ' αντάλλαγμα είναι να είσαι ένας αληθινός εραστής, γιατί ο Έρωτας είναι σοφότερος από την Φιλοσοφία, αν και είναι σοφή, και δυνατότερος από την Ισχύ, αν και είναι ισχυρή.
Στο χρώμα της φωτιάς είναι τα φτερά του, και βαμμένο σαν φλόγα είναι το σώμα του. Τα χείλη του είναι γλυκά σαν μέλι, και η ανάσα του είναι (μεθυστική) σαν λιβάνι.»

Ο Φοιτητής ύψωσε το βλέμμα του από το γρασίδι, και αφουγκράστηκε, Αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει τι του έλεγε η Αηδόνα, γιατί ήξερε μόνο τα πράγματα που είναι γραμμένα σε βιβλία.
Αλλά η Βελανιδιά κατάλαβε, και ένοιωσε θλίψη, γιατί πολύ συμπαθούσε τη μικρή Αηδόνα που είχε φτιάξει τη φωλιά της μες τα κλαδιά της. «Τραγούδησε μου ένα τελευταίο τραγούδι,» ψιθύρισε, «Θα νοιώσω πολύ μοναχικά όταν θα έχεις φύγει.»

Έτσι η Αηδόνα τραγούδησε στη Βελανιδιά, και η φωνή της ήταν σαν νερό που κελάρυζε από ασημένια κανάτα. Όταν είχε τελειώσει το τραγούδι της ο Φοιτητής σηκώθηκε, και έβγαλε ένα σημειωματάριο και ένα μολύβι από την τσέπη του.

«Έχει μορφή,» είπε στον εαυτό του, καθώς απομακρύνθηκε μέσα στο δασύλλιο -«αυτό δεν μπορεί κανείς να της το αρνηθεί, αλλά έχει αισθήματα; Φοβάμαι πως όχι. Στην πραγματικότητα, είναι σαν τους περισσότερους καλλιτέχνες, είναι μόνο ύφος, χωρίς καμία ειλικρίνεια.
Δεν θα θυσίαζε τον εαυτό της για τους άλλους. Σκέφτεται μοναχά για τη μουσική, και όλοι ξέρουν ότι οι τέχνες είναι εγωιστικές. Όμως, πρέπει να παραδεχτούμε ότι έχει κάποιες όμορφες νότες στη φωνή της. Τι κρίμα είναι που δεν σημαίνουν τίποτε, ή δεν έχουν κανένα πρακτικό όφελος.»

Και πήγε στο δωμάτιό του, και ξάπλωσε στο μικρό του ξυλοκρέβατο, και άρχισε να σκέφτεται την αγάπη του, και, μετά από κάποια ώρα, αποκοιμήθηκε.

LILY PONS SINGS THE NIGHTINGALE & THE ROSE 1946
Και όταν η Σελήνη έλαμψε στους ουρανούς η Αηδόνα πέταξε στην Τριανταφυλλιά, και έβαλε το στήθος της πάνω στο αγκάθι. Όλο το βράδυ τραγουδούσε με το στήθος της πάνω στο αγκάθι, και η ψυχρή κρυστάλλινη Σελήνη έσκυψε και αφουγκράστηκε. Όλη νύχτα τραγουδούσε, και το αγκάθι έμπαινε όλο και βαθύτερα στο στήθος της, και το αίμα της ζωής της άδειαζε από μέσα της.
Τραγούδησε πρώτα για τη γέννηση της αγάπης στην καρδιά ενός αγοριού και ενός κοριτσιού. Και στο πιο ψηλό κλαδάκι της Τριανταφυλλιάς άνθισε ένα θαυμάσιο τριαντάφυλλο, πέταλο με το πέταλο, τραγούδι με το τραγούδι. 

Ωχρό ήταν, στην αρχή, όπως η καταχνιά που κρέμεται πάνω από το ποτάμι - ωχρό σαν τα πόδια τού πρωινού, και ασημένιο σαν τα φτερά της αυγής.

Σαν τη σκιά ενός τριαντάφυλλού σε καθρέφτη από ασήμι, σαν τη σκιά ενός τριαντάφυλλού σε λίμνη νερού, έτσι ήταν το τριαντάφυλλο που άνθισε στο ψηλότερο κλαδάκι του Δένδρου.
Μα το Δένδρο φώναξε στην Αηδόνα να πιέσει περισσότερο πάνω στο αγκάθι. «Πίεσε περισσότερο, μικρή Αηδόνα», φώναξε το Δένδρο, «αλλιώς η Μέρα θα 'ρθει πριν να τελειώσει το τριαντάφυλλο.»
Έτσι η Αηδόνα πίεσε περισσότερο πάνω στο αγκάθι, και ολοένα και δυνατότερο έγινε το τραγούδι της, καθώς τραγούδαγε για τη γέννηση του πάθους στην ψυχή ενός άνδρα και μίας κόρης. Και μία απαλή απόχρωση από ροζ ήρθε στα φύλλα του τριαντάφυλλου, σαν το αναψοκοκκίνισμα στο πρόσωπο του γαμπρού όταν φιλά τα χείλη της νύφης.

XENIA BELMAS "The Rose and the Nightingale", Rimsky-Korsakov

Αλλά το αγκάθι δεν είχε ακόμα φτάσει στην καρδιά της, κι έτσι η καρδιά του τριαντάφυλλου παρέμενε λευκή, καθώς μόνο το αίμα της καρδιάς ενός Αηδονιού μπορεί να κοκκινίσει την καρδιά ενός ρόδου.
Και το Δένδρο φώναξε στην Αηδόνα να πιέσει περισσότερο πάνω στο αγκάθι. «Πίεσε περισσότερο, μικρή Αηδόνα», φώναξε το Δένδρο, «αλλιώς η Μέρα θα 'ρθει πριν να τελειώσει το τριαντάφυλλο.»
Έτσι η Αηδόνα πίεσε περισσότερο πάνω στο αγκάθι, και το αγκάθι άγγιξε την καρδιά της, και μία άγρια σουβλιά πόνου τη διαπέρασε.
Πικρός, πικρός ήταν ο πόνος, και όλο και πιο ξέφρενο γινόταν το τραγούδι της, καθώς τραγουδούσε για τον Έρωτα που τελειοποιείται με το Θάνατο, για τον Έρωτα που δεν πεθαίνει στο μνήμα.

Και το θαυμάσιο ρόδο έγινε βαθυκόκκινο, σαν το ροδόχρωμα του ουρανού της ανατολής. Βαθυκόκκινη ήταν η γιρλάντα από πέταλα, και πορφυρή σα ρουμπίνι ήταν η καρδιά.

Μα της Αηδόνας η φωνή γινόταν όλο και πιο αχνή, και τα μικρά φτερά της άρχισαν να τρέμουν, και μία λεπτή μεμβράνη σκέπασε τα μάτια της. Όλο και πιο αδύναμο γινόταν το τραγούδι της, και ένοιωσε κάτι να την πνίγει στο λαιμό.

Τότε έβγαλε ένα τελευταίο ξέσπασμα μουσικής. Η λευκή Σελήνη το άκουσε, και ξέχασε την αυγή, και παρέμεινε στον ουρανό. Το κόκκινο ρόδο το άκουσε, και τρεμούλιασε σύγκορμο από έκσταση, και άνοιξε τα πέταλά του στον κρύο πρωινό αέρα.
Η ηχώ το μετέφερε στις πορφυροβαμμένες της σπηλιές στους λόφους, και ξύπνησε τους κοιμισμένους τσοπάνηδες από τα όνειρα τους. Αρμένισε μέσα από τα καλάμια του ποταμού, και αυτά μετέφεραν το μαντάτο του στη θάλασσα.

«Κοίτα, κοίτα!» φώναξε το δένδρο, «το τριαντάφυλλο είναι έτοιμο τώρα», μα η Αηδόνα δεν έδωσε καμία απάντηση, γιατί κειτόταν νεκρή στο ψηλό χορτάρι, με το αγκάθι στην καρδιά της.

Mimi Coertse sings "The Nightingale and the Rose", by Camille Saint-Saens
Και το μεσημέρι ο Φοιτητής άνοιξε το παράθυρό του και κοίταξε έξω. «Τι έκπληξη, τι θαυμάσια τύχη!» Ξεφώνησε, «να ένα κόκκινο τριαντάφυλλο!
Δεν έχω ποτέ δει τριαντάφυλλο σαν κι αυτό σε όλη μου τη ζωή. Είναι τόσο όμορφο που είμαι σίγουρος ότι έχει ένα μακρύ Λατινικό όνομα», και έσκυψε και το έκοψε. Μετά φόρεσε το καπέλο του, και έτρεξε μέχρι το σπίτι του Καθηγητή με το τριαντάφυλλο στο χέρι του. Η κόρη του Καθηγητή καθόταν στην εξώπορτα τυλίγοντας μπλε μετάξι σε μια κουβαρίστρα, και το σκυλάκι της ήταν ξαπλωμένο στα πόδια της.
«Είπες ότι θα χόρευες μαζί μου αν σου έφερνα ένα κόκκινο τριαντάφυλλο,» φώναξε ο Φοιτητής. «Ορίστε το πιο κόκκινο τριαντάφυλλο σ' ολόκληρο τον κόσμο. Θα το φορέσεις σήμερα το βράδυ δίπλα στην καρδιά σου, και καθώς θα χορεύουμε μαζί θα σου λέει πόσο σε αγαπώ.»

Μα το κορίτσι κατσούφιασε. «Φοβάμαι ότι δεν θα ταιριάζει με το φόρεμά μου,» απάντησε, «και, εκτός αυτού, ο ανιψιός του Αυλάρχη μου έχει στείλει μερικά αληθινά πετράδια, και όλοι ξέρουν ότι τα πετράδια κοστίζουν πολύ περισσότερο από τα λουλούδια.»

«Λοιπόν, στο λόγο μου, είσαι πολύ αχάριστη,» είπε ο Φοιτητής θυμωμένα, και πέταξε το τριαντάφυλλο στο δρόμο, κι εκείνο έπεσε μέσα στο ρείθρο, και ο τροχός μίας αμαξάς πέρασε από πάνω του.
«Αχάριστη!» είπε το κορίτσι. «Για να σου πω, είσαι πολύ αναιδής. Και, έπειτα, ποιος είσαι εσύ; Ένας φοιτητάκος.
Γιατί, δεν πιστεύω ότι ούτε καν έχεις ασημένιες αγκράφες στα παπούτσια σου όπως έχει ο ανιψιός του Αυλάρχη», και σηκώθηκε από την καρέκλα της και μπήκε μέσα στο σπίτι.
«Τι ανόητο πράγμα που είναι ο Έρωτας,» είπε ο φοιτητής καθώς έφευγε. «Δεν είναι ούτε κατά το ήμισυ τόσο χρήσιμος όσο η Λογική, καθώς δεν αποδεικνύει τίποτε, και πάντοτε σου τάζει πράγματα που δεν πρόκειται να συμβούν, και σε κάνει να πιστεύεις πράγματα που δεν είναι αληθινά.

Στην πραγματικότητα, δεν είναι διόλου πρακτικός, και, καθώς στην εποχή μας το να είσαι πρακτικός είναι το παν, θα επιστρέψω στην Φιλοσοφία και θα μελετήσω Μεταφυσική.» Έτσι επέστρεψε στο δωμάτιό του και τράβηξε ένα μεγάλο σκονισμένο βιβλίο, και άρχισε να διαβάζει.

The Nightingale & The Rose - Aziza Mustafa Zadeh

Short Stories: The Nightingale and the Rose by Oscar Wilde

Επίσης, εδώ μπορείτε να διαβάσετε για την μουσική που έχει γραφτεί με έμπνευση αυτό το διήγημα του Wilde.
The Happy Prince and Other Tales - Wikipedia, the free encyclopedia
Netrebko sings "The Rose and the Nightingale" as a tribute to Sills


Nightingale fell in love with Rose. And he is singing for her all days and nights, but Rose listens to his songs silently. Another singer plays the lyre for a young maiden, but the sweet maiden doesn't know, whom he sings to and why his songs are so sad". These are the words of this beautiful song. Rimsky-Korsakov changed a little bit Alexei Koltsov's poem (1831).

The Nightingale and the Rose
Captivated by the rose,
The nightingale day
And night sings to her,
But the rose silently listens to his songs,
With his lyre another
Poet sings for a young maiden,
But the dear maid does not Know to whom he sings
And why his songs are so sad.

Antonina Nezhdanova, Rimsky-Korsakov: "The Rose and the Nightingale" (rec. 1914)