Τρίτη 21 Αυγούστου 2012

ΑΜΛΕΤ



ΣΑΙΞΠΗΡ 

(Μετ. Φώτης Κόντογλου)
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΑΞΗ III Ἅμλετ (μονάχος)


Νά ῾ναι στὸν κόσμο κανένας γιὰ νὰ μὴν εἶναι! Νά τὸ ἐρώτημα. Εἶναι ἄραγε  περισσότερο πρέπον νὰ ὑπομονεύει κανένας ὑποφέρνοντας τὰ χτυπήματα καὶ  τὶς ἰδιοτροπίες τῆς ἀκατάστατης μοίρας, ἢ ν᾿ ἀρπάξει τ᾿ ἄρματα καταπάνου  σ᾿ ἕναν ὠκεανὸ ταραγμένο, καὶ νὰ τὸν σταματήσει με τὰ στήθια του; Νὰ  πεθάνει! ... Νὰ κοιμηθεῖ! ... Ξεμπέρδεψε! Ὁ νύπνος δίνει τέλος στοὺς  πόνους τῆς καρδιᾶς καὶ στ᾿ ἀμέτρητα βάσανα πού ῾ναι ὑποκείμενο τὸ κορμί!  Ἕνα τέτοιο τέλος πρέπει κανένας νὰ τὸ ποθεῖ ὁλόψυχα. Νὰ πεθάνει! ... Νὰ  κοιμηθεῖ! ... Νὰ κοιμηθεῖ! ... Νὰ νειρεύεται, ἴσως! Νά, ἐδῶ εἶναι ὁ  κόμπος. Μέσα στὸν ὕπνο τοῦ θανάτου, τί ὄνειρα ἄραγε μποροῦν νὰ μᾶς  ταράξουν, ἀφοῦ θά ῾χουμε πιὰ ξεμπερδέψει, ἀπ᾿ τὰ βάσανα τῆς ζωῆς; Νά τί  πρέπει νὰ ξεδιαλυθεῖ. Νά ἡ σκέψη, ποὺ γίνεται αἰτία νὰ πηγαίνει σὲ  μάκρος ἡ κακομοιριὰ μιᾶς ζωῆς τόσο μακρόχρονης. Ποιὸς ἤθελε ὑποφέρει τὶς  σφαλιάρες καὶ τὴν καταφρόνια τοῦ κόσμου, τὶς ἀδικίες τῶν τυράννων, τὰ  καπρίτσια τοῦ περήφανου, τὰ βασανιστήρια τοῦ ἔρωτα ποὺ δὲ βρίσκει θέση  σὲ μιὰ καρδιὰ ποὺ ἀγαπᾶ, τὶς μικρολογίες τοῦ νόμου, τὴν ἀσπλαχνιὰ τῶν  ἀφεντάδων, καὶ τὰ πατσαβουριάσματα ποὺ τραβᾶ ἡ κρυμμένη ἀξία ἀπὸ μέρος  τῆς προστυχιᾶς, ἂν μποροῦσε νὰ πιτύχει τὸ πασαπόρτι του μὲ μιὰν ἁπλὴ  κεντιά; Ποιὸς θά ῾θελε νὰ σηκώνει στὶς πλάτες του τόσα φορτία, νὰ  γογγύζει σὰν ἕνα γουρούνι, καὶ νὰ δρώνει κάτου ἀπ᾿ τὰ βάρετα τῆς ζωῆς,  ἂν δὲν τὸν τρόμαζε κάτι τίς, πέρ᾿ ἀπ᾿ τὸν τάφο, ἀπὸ μιὰ χώρα  ἀνεξερεύνητη, ποὺ ἀπ᾿ τὰ σύνορά της δὲ γύρισε κανένας ὁδοιπόρος;
  

Τούτη ἡ τρομάρα εἶναι ποὺ παραλύνει τὴ θέληση καὶ μᾶς κάνει νὰ κλίνουμε  περισσότερο στὸν νὰ ὑπομονεύουμε στὶς συφορὲς ποὺ τραβοῦμε ἐδῶ, παρὰ νὰ  τρέχουμε σὲ ἄλλες, ποὺ δὲν τὶς ξέρουμε. Ἡ συνείδηση μᾶς κάνει  φοβιτσιάρηδες· ἡ θαρρετὴ ἀποφασιστικότητα, πὄχουμε φυσικὰ μέσα μας,  ξεθωριάζει κάτου ἀπ᾿ τὴ χλωμὴ ἀντιφεγγιὰ τῆς σκέψης, ποὺ κόβει στὴ μέση  τὰ πλέον εὐγενικὰ τολμήματα, τὰ πλέον πρεπούμενα, καὶ μᾶς καταδικάζει νὰ  μένουμε ἀναποφάσιστοι.


Ω, πώς ετούτη η τόσο, τόσο στέρεη σάρκα
να'λιωνε, ν' άχνιζε, δροσιά να σκορπιζόταν!
Ή να μην είχε βάλει κάνονα ο Αιώνιος
να τιμωράει τον αυτοχτόνο! Ω, Θεέ μου! Ω, Θεέ μου!
Τι ταπεινά και πλαδαρά, σαχλά κι ανούσια
μου φαίνονται όλα αυτού του κόσμου τα καμώματα!
Φτου σας! Ω, φτου σας! Ένας κήπος αβοτάνιστος
ξεσποριασμένος· άγρια πράγματα, χοντρόφυλλα,
θρασιά τον πνίγουν όλο. Εκεί να καταντήσει!
Μόλις δυο μήνες πεθαμένος! Κι ούτε, ούτε καν δυο!
Τι βασιλιάς! Μπροστά σε τούτον ήταν ο Υπερίων
μπροστά σε σάτυρο. Τόσο αγαπούσε τη μητέρα μου
που δεν υπόφερνε ούτε οι αύρες τ' ουρανού
να επισκεφτούν πολύ τραχιά το πρόσωπό της.
Γη κι ουρανέ! Να θυμηθώ; Μα τι, κρεμόταν πάνω του,
σαν η όρεξή της τρώγοντας όλο να μεγάλωνε·
και τώρα, μέσα σ' ένα μήνα, - ας μην το σκέφτομαι:
αδυναμία, τ' όνομά σου είναι γυναίκα! -
Ούτ' ένα μήνα τόσον δα! Ούτε πριν τριφτούν
Οι σόλες που φορούσε ακολουθώντας
Το λείψανο του δύστυχου πατέρα μου, όλη δάκρυα
σαν Νιόβη, - ποιος, αυτή, αυτή, ίσα-ίσα,
- ω, Θεέ μου! κι ένα χτήνος, δίχως νου και κρίση
θα κράταε πένθος πιο πολύ - να παντρευτεί
τον θείο μου, του πατέρα μου τον αδερφό·
που μοιάζει του πατέρα μου, όσο μοιάζω εγώ
του Ηρακλή· μέσ' σ' ένα μήνα· πριν να πάψει
να κοκκινίζει η άρμη απ' τ' άνομά της δάκρυα
τα φουσκωμένα μάτια της, παντρεύτηκε·
ω, πάρα πονηρή βιασύνη, τόσο εύκολα
να πέσει σε σεντόνια αιμόμιχτα! Δεν είναι
κι ούτε μπορεί να βγει σε καλό.
Όμως, καρδιά μου, σώπα - πρέπει να κρατήσω
τη γλώσσα μου. (Μετ. Βασίλης Ρώτας)


Shostakovich: "Hamlet's Monologue" 
Shostakovich: Hamlet Suite, Op. 116 - V - Hamlet & Ophelia
The Hamlet Suite by Shostakovich - Death of Hamlet

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2012

JOHANNES BRAHMS


Two Songs for Alto, Viola, and Piano, Op. 91









In 1863 violinist Joseph Joachim married the distinguished mezzo-soprano Amalie Schneeweiss. Both were important musical partners for Brahms, as well as close personal friends. They later had a son, named Johannes in honor of Brahms. The composer wrote an enchanted cradle song (“Geistliches Wiegenlied,” Sacred Lullaby) for his namesake, which Amalie could sing with Joseph playing the viola, Brahms’ favorite string instrument.
But the marriage became troubled by Joachim’s paranoid delusions about an affair he imagined Amalie had with Fritz August Simrock, Brahms’ publisher. Hoping to bring them together, Brahms reworked the lullaby and wrote a new song, “Gestillte Sehnsucht” (Stilled Longing). Blissfully domestic as the song was, it failed to repair the rift, and when Brahms testified on Amalie’s side in the subsequent divorce proceedings brought by Joseph, the violinist extended the broken relationship to include Brahms as well.
Brahms published these songs in 1884 as his Op. 91. Images of wind in trees – calming in “Gestillte Sehnsucht,” alarming in “Geistliches Wiegenlied” – unite the two songs. Musicologist and Brahms biographer Karl Geiringer suggests that Brahms might have been influenced by Bach here, if only in the use of an obbligato instrument.
Friedrich Rückert’s “Gestillte Sehnsucht” was the kind of nature poem to which Brahms was very partial, with woods and birds and winds summoned to whisper the world – and yearning desires – to sleep. Brahms gives the viola an independent tune, which the voice then uses as a refrain, with rustling broken chords in the piano supporting the whole. Desires, always stirring “sonder Rast und Ruh” (without rest and peace), are presented in the urgent minor-key middle section, then quelled by nature in the return to the initial material.
Despite its spontaneous feeling, “Geistliches Wiegenlied” is quite cleverly constructed. It begins with the viola alone offering the melody of the well-known medieval Christmas carol “Joseph, lieber Joseph mein.” (Brahms wrote the words under the tune, probably as a hopeful nudge to Joseph Joachim’s familial instincts.) The voice comes in with an entirely different melody (other than the initial outline of the tonic triad) and a different text than the one the viola had clearly suggested. (It is from a poem by Lope de Vega in a German translation by Emanuel Geibel.) As with the first song, the middle section of this three-part song shifts to agitated minor mode for suffering and pain, and here even changes meter. Mary’s pleading remains consistent, however, and peace returns, with the viola giving the old carol again as a final benediction.

Kathleen Ferrier - Brahms for contralto, viola and piano


Stilled Longing 

Steeped in a golden evening glow,
how solemnly the forests stand!
In gentle voices the little birds breathe
into the soft fluttering of evening breezes.
What does the wind whisper, and the little birds?
They whisper the world into slumber.
You, my desires, that stir
in my heart without rest or peace!
You longings that move my heart,
When will you rest, when will you sleep?
By the whispering of the wind, and of the little birds?
You yearning desires, when will you fall asleep?
Alas, when no longer into the golden distance
does my spirit hurry on dream-wings,
when no more on the eternally distant stars
does my longing gaze rest; 
Then the wind and the little birds
will whisper away my longing, along with my life.


Gestillte Sehnsucht

In gold'nen Abendschein getauchet,
Wie feierlich die Wälder stehn!
In leise Stimmen der Vöglein hauchet
Des Abendwindes leises Weh'n.
Was lispeln die Winde, die Vögelein?
Sie lispeln die Welt in Schlummer ein.
Ihr Wünsche, die ihr stets euch reget
Im Herzen sonder Rast und Ruh!
Du Sehnen, das die Brust beweget,
Wann ruhest du, wann schlummerst du?
Beim Lispeln der Winde, der Vögelein,
Ihr sehnenden Wünsche, wann schlaft ihr ein?
Ach, wenn nicht mehr in gold'ne Fernen
Mein Geist auf Traumgefieder eilt,
Nicht mehr an ewig fernen Sternen
Mit sehnendem Blick mein Auge weilt;
Dann lispeln die Winde, die Vögelein
Mit meinem Sehnen mein Leben ein.
Friedrich Rückert (1788-1866)


Little Canticle of the Virgin (Lope de Vega)

As you rummage through the palms,
holy angels,
that my child might sleep,
still the branches.
Palms of Bethlehem
that the furious winds,
which sound so much,
move angrily:
do not make noise,
run more slowly,
that my child might sleep,
still the branches.
The divine child,
that is weary
of the sorrows of the earth,
for his rest,
he wishes a little
respite from his tender weeping.
That my child might sleep,
still the branches.
Harsh cold
surrounds him;
and you see I have nothing
to protect him. Angels divine
that go on flying,
that my child might sleep,
still the branches.


(Geibel) Spiritual Lullaby

Ye that hover about these palms
In night and wind,
Ye holy angels,
Silence the tree-tops!
My child is asleep.
Ye palms of Bethlehem
In blustering wind,
How can ye buzz so angrily today!
Do not rustle so, be silent,
Sway softly and mildly.
Silence the tree-tops!
My child is asleep.
The child of Heaven endures hardship;
Ah, how weary he was
of the sorrows of the earth.
Ah, now gently soothed in sleep,
The agony melts away,
Silence the tree-tops!
My child is asleep.
Bitter cold rushes down,
With what can I cover
the little child's limbs!
O all ye angels, that, bewinged,
Wander in wind,
Silence the tree-tops!
My child is asleep.


http://www.lifo.gr/mag/columns/4835






Πέμπτη 16 Αυγούστου 2012

Η ΘΕΙΑ ΚΩΜΩΔΙΑ ΣΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ



Dante: La Divina Commedia

Purgatorio, canto IV (1-12)

Σαν μέσα μας μια αίστηση
χαρά ή λύπη τη συνέχει
όλη η ψυχή εκεί πια συγκεντρώνεται
και τίποτ’ άλλο δεν προσέχει -
και τούτο δείχνει ότι σφάλλουν όσοι πιστεύουν ότι μέσα
η μια ψυχή, πλάι σε μιαν άλλη, μπορεί να βασιλεύει.
Γι’ αυτό, σαν η ψυχή είναι για τα καλά στραμμένη
σ’ ό,τι ακούει ή σ’ ό,τι βλέπει
κυλάει ο χρόνος χωρίς να τον καταλαβαίνει-
γιατί άλλη η αίστηση που ακούει
κι άλλη αυτή που όλη την προσοχή της συγκεντρώνει:
η πρώτη σαν δεμένη κι η άλλη λεύτερη.


Liszt: Dante Symphony, II: PURGATORIO- Barenboim/Berliner Philarmoniker



Η Θεία Κωμωδία είναι ένα επικό αφηγηματικό ποίημα του Δάντη Αλιγκέρι με τίτλο La Divina Commedia και έχει χαρακτηριστεί η επιτομή του μεσαιωνικού κόσμου.
Ο δημιουργός ποιητής έκαμε «με το κορμί του ολάκερο» ένα ταξίδι στην Κόλαση, στο Καθαρτήριο και στον Παράδεισο, δίνοντάς μας με μαθηματική ακρίβεια τις λεπτομέρειες ενός πραγματικού ταξιδιού στον Αδη: Ωρες, τοποθεσίες, μετατοπίσεις, δρομολόγια. Τόσο που παρασύρεται κάποτε ο αναγνώστης και ξεχνάει πως παρακολουθεί ένα φανταστικό όραμα.
Το καθένα από τα τρία μέρη σε αυτό το φανταστικό ταξίδι αποτελείται από 33 τραγούδια και ξεκινά, σύμφωνα με τις περισσότερες εκδοχές, τη Μεγάλη Παρασκευή του 1300, όταν ο Δάντης Αλιγκέρι ήταν 35 ετών.



Σε μία από τις πρώτες όπερες που γράφτηκαν ποτέ, ο Claudio Monteverdi το 1607 στην όπερα L'Orfeo, ο βασικός χαρακτήρας, μπαίνοντας στον Κάτω Κόσμο χρησιμοποιεί τη γνωστή φράση από τη Θεία Κωμωδία, "Εγκαταλείψτε την ελπίδα όλοι όσοι εισέρχεστε εδώ".
Montserrat Figueras sings "Dal mio Permesso"   from L'Orfeo http://youtu.be/EdHFxkd7s0s
Ο Franz Liszt συνέθεσε αρχικά τη σονάτα για πιάνο Dante Sonata, που άρχισε να τη γράφει το 1837 και την ολοκλήρωσε το 1849 και το 1856 ολοκλήρωσε και τη συμφωνία του (για άλλους συμφωνικό ποίημα) Symphony to Dante's Divina Commedia, που έχει βασικά δύο μέρη, την Κόλαση και το Καθαρτήριο.
Ο Liszt έχει γράψει επίσης ακόμη δύο σονάτες για πιάνο, Paralipomenes ά la Divina Commedia (1839), Prolέgomenes ά la Divina Commedia (1840).Τη δικιά του Sinfonia Dante έγραψε το 1863 ο Ιταλός Giovanni Pacini, ενώ ο επίσης Ιταλός Amilcare Ponchielli έγραψε το Tanto gentille: sonetto di Dante.

Liszt - Deuxieme Annee VII; Dante Sonata, Part 1
http://youtu.be/RRnVmCPXqxY
Liszt - Deuxieme Annee VII; Dante Sonata, Part 2 
http://youtu.be/UvCMso3dT4k
Liszt - Dante Symphony - 1. Inferno (1/3)
http://youtu.be/tiElvzlH4jY
Liszt - Dante Symphony - 1. Inferno (2/3)
http://youtu.be/DFrCgUyiizQ
Liszt - Dante Symphony - 1. Inferno (3/3)
Από το 5ο τραγούδι της Κόλασης είναι εμπνευσμένο το συμφωνικό ποίημα του Pyotr Ilich Tchaikovsky Francesca da Rimini, που γράφτηκε το 1876 και έχει τον υπότιτλο Συμφωνική Φαντασία του Δάντη. 
Jevgenij Mravinskij "Francesca da Rimini"   Tchaikovsky 
http://youtu.be/pJQ3nLnO6Tg
Η μονόπρακτη όπερα του Giacomo Puccini, που γράφτηκε το 1918 με τον τίτλο Gianni Schicchi, πήρε τον τίτλο της από το όνομα που αναφέρεται στην Κόλαση του Δάντη, περιλαμβάνεται στο τρίπτυχο με άλλες δύο μονόπρακτες όπερες που έχουν σχέση με το ποίημα του Δάντη Il Tabarro και Suor Angelica.
Maria Callas - O mio babbino caro

Όπερα με το ίδιο θέμα έχει γράψει και ο ρώσος συνθέτης Eduard Frantsovitch Napravnik το 1902, ο Sergei Rachmaninov το 1905 και ο Ιταλός Riccardo Zandonai το 1914. 
Anna NETREBKO. Francesca da Rimini. Rachmaninov
http://youtu.be/ck-KUkWlnx4
Scotto, Domingo, Final de Francesca da Rimini   (Zandonai) http://youtu.be/1PCuH3hShP4


Ο επίσης Ρώσος Dmitri Shostakovich ονομάζει το έκτο μέρος της σουίτας του Suite on verses of Michelangelo Buonarroti, Dante, Michelangelo's sonnet on Dante, «Dal ciel discese».
Shostakovich : Suite Michelangelo op. 145a --- III. IV. 
http://youtu.be/OzlXrInjxYk
Σύγχρονη του Δάντη, η Φρανζέσκα τού Ρίμινι, που είναι ένας από τους χαρακτήρες που χρησιμοποιεί ο Δάντης στη Θεία Κωμωδία, αποτελεί επίσης την πηγή δημιουργίας για πολλά ακόμα συμφωνικά ποιήματα και όπερες, που γράφτηκαν κυρίως στα μέσα του 19ου αιώνα.
Μέρος της Symphony Νο 2 του Φινλανδού Jean Sibelius γράφτηκε κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ιταλία, στις αρχές του περασμένου αιώνα, και είναι επηρεασμένη από τη Θεία Κωμωδία.
Sibelius: Symphony no. 2 (Karajan 1960, 1/6) 
http://youtu.be/g4UcG_8GeiM


Δευτέρα 13 Αυγούστου 2012

ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΟΥ ΚΑΝΤΙΝΤ




About “Candide”: "Voltaire made, with this novel, a résumé of all his works … His whole intelligence was a war machine. And what makes me cherish it is the disgust which has been inspired in me by the Voltairians, people who laugh about the important things! Was he laughing? Voltaire? He was screeching …"
Flaubert, Correspondance, éd. Conard, II, 348; III, 219


http://www.gutenberg.org/ebooks/19942

Candide - Wikipedia, the free encyclopedia 
http://en.wikipedia.org/wiki/Candide 

Candide (operetta) - Wikipedia, the free encyclopedia 


Cunegonde's coloratura aria "Glitter and Be Gay" is a favourite showpiece for many sopranos. Barbara Cook's performance of the aria at its introduction impressed audience and critics, bringing her wide recognition; This aria poses considerable difficulties. Technically, it is among the most fiendishly challenging coloratura soprano arias. If sung as written throughout (alternative phrases are provided at several points in the score), there are three high E-flats (above high C), two staccato and one sustained; there are also numerous uses of high C and D-flat. Some of the florid passages are very intricate, calling for marksmanship of the highest order. Theatrically, it demands an elaborate comic staging, in which Cunegonde adorns herself with jewellery while singing and dancing around the stage (much as does Marguerite in the "Jewel Song" of Gounod's Faust), and has a satirical quality that is a challenge to perform. Cook discussed the most difficult part of this aria—the "Ha ha hahahaha" section—with Renée Fleming for Opera News in December 2001.

“ Barbara Cook: It was terrible how nervous I was. I'd been singing stuff like "I'll be loving you always", and here I was singing Cunegonde. You know what else is hard with that thing? Lenny insisted on the "Ha-ha-ha"s really being "Hha-hha-hha"s. No "Ah-ee-ah-ee-ah"s but "Ha-ha-ha-HA-ha-ha"s. And I was never, never able to do it the way he really, really wanted it done. He wanted the ...
Renée Fleming: You mean the aspiration?
Barbara Cook: Oh, that. I did do that. But what he wanted was the syncopation. So it would have to be [speaks, beating time], "Ha-ha-hahahaha. HAhahahaHAhahaha." You try that on for size. That's hard, because you are losing all that air."

Apart from Cook, most other singers of this aria generally simplify this section by eliminating the aspirated "H's" and sing staccati instead.[citation needed] Subsequent performers of the role of Cunegonde have included:
Mary Costa (in the 1959 London premiere)
Madeline Kahn (in a 1968 concert version)
Maureen Brennan (In Hal Prince's first broadway revival of the show in 1974)
Erie Mills (at the New York City Opera in 1982)
June Anderson (under Bernstein's direction in concerts and a 1989 recording shortly before his death)
Constance Hauman (understudy to Anderson, filled in for at least one performance)
Elizabeth Futral (at Lyric Opera of Chicago in 1994)
Michael Callen (in his 1996 posthumously released LEGACY 2-CD album)
Harolyn Blackwell (in Hal Prince's 1997 Broadway revival of the show).
Kristin Chenoweth (in a 2004 concert production with the New York Philharmonic; recorded with many other orchestras including the Boston Pops)
Lauren Molina (in Mary Zimmerman's 2010 production at the Goodman Theatre)
This aria has been performed in concert by many musical theatre and opera stars, including (in addition to those listed above): Diana Damrau (Munich, 2006, Bayerisches Staatsorchester, Zubin Mehta), Natalie Dessay, Renée Fleming, Edita Gruberová, Sumi Jo, Roberta Peters, and Dawn Upshaw.



Diana Damrau - Glitter and be Gay 

‎"Ms. Damrau offered a “Glitter and Be Gay” from Bernstein’s “Candide” that was over the top in every sense, including the top of the staff, above which she floated with starry radiance. You might have called it too campy (and a little hard to understand) had she not had the vocal goods to back up her active wooing of the adoring audience.

Ms. Damrau even overshadowed Renée Fleming, who said something rueful about having such a hard act to follow before offering an attractive if rather unidiomatic “Poveri fiori” from “Adriana Lecouvreur.” It was in a duet from “Così Fan Tutte,” with Ms. DiDonato, that Ms. Fleming truly shone.” NYTimes review about Damrau


Glitter and be gay,
That's the part I play;
Here I am in Paris, France,
Forced to bend my soul
To a sordid role,
Victimized by bitter, bitter circumstance.
Alas for me! Had I remained 
Beside my lady mother,
My virtue had remained unstained
Until my maiden hand was gained
By some Grand Duke or other.

Ah, 'twas not to be;
Harsh necessity
Brought me to this gilded cage.
Born to higher things,
Here I droop my wings,
Ah! Singing of a sorrow nothing can assuage.

And yet of course I rather like to revel, 
Ha ha!
I have no strong objection to champagne,
Ha ha!
My wardrobe is expensive as the devil,
Ha ha!
Perhaps it is ignoble to complain...
Enough, enough
Of being basely tearful!
I'll show my noble stuff
By being bright and cheerful!
Ha ha ha ha ha! Ha!

Pearls and ruby rings...
Ah, how can worldly things
Take the place of honor lost?
Can they compensate
For my fallen state,
Purchased as they were at such an awful cost?

Bracelets...lavalieres
Can they dry my tears?
Can they blind my eyes to shame?
Can the brightest brooch
Shield me from reproach?
Can the purest diamond purify my name?

And yet of course these trinkets are endearing,
Ha ha!
I'm oh, so glad my sapphire is a star,
Ha ha!
I rather like a twenty-carat earring,
Ha ha!
If I'm not pure, at least my jewels are!

Enough! Enough!
I'll take their diamond necklace
And show my noble stuff
By being gay and reckless!
Ha ha ha ha ha! Ha!

Observe how bravely I conceal
The dreadful, dreadful shame I feel.
Ha ha ha ha!


Ενας «Καντίντ» στις ΗΠΑ


International Herald Tribune

Η Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών κάλεσε το 1950 τη Λίλιαν Χέλμαν για ανάκριση και εκείνη, ανταποδίδοντας την προσβολή, ζήτησε από τον Λέοναρντ Μπερνστάιν να συνεργαστούν σε μια διασκευή για μιούζικαλ, της μεγάλης σάτιρας του Βολταίρου «Καντίντ». Γι’ αυτήν όσο και για τον συνθέτη - μαέστρο, οι αναλογίες μεταξύ της Ιεράς Εξέτασης του βολταιρικού έργου και του κυνηγού μαγισσών Μακάρθι, ήταν προφανείς.
Παραλληλισμοί στον χρόνο
Η «κωμική οπερέτα», όπως την ονόμασαν, πρωτοπαρουσιάστηκε στη Νέα Υόρκη πριν από 50 χρόνια, με μικρή επιτυχία. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, ο Μπερνστάιν δούλεψε και ξαναδούλεψε το έργο πιο δραστικά, με το καινούργιο λιμπρέτο του Χιου Γουίλερ, το 1973. Κατά μία έννοια, κάθε παρουσίαση της νέας διασκευής ήταν μια πρεμιέρα. Οπως πρεμιέρα ήταν για τη Γαλλία η παρουσίαση, πρόσφατα, της τελευταίας και δραστικότερης διασκευής, στο Θέατρο του Σατλέ.
Ο Καναδός σκηνοθέτης της όπερας, Ρόμπερτ Κάρσεν, μεταμόρφωσε τόσο πολύ τον κόσμο του έργου, ώστε το κοινό δεν χρειαζόταν να εικάσει τις αναλογίες, που πιθανόν σήμερα να είναι εν πολλοίς ξεχασμένες. Τις αποκαλύπτει η σκηνοθεσία που καθιστά σαφές, με τα διαλογικά μέρη, κυρίως ότι στόχος της σάτιρας είναι οι ΗΠΑ, από τη δεκαετία του 1950 έως σήμερα.
Η παράσταση, όπως γράφει ο Αλαν Ράιντινγκ στην «Ιντερνάσιοναλ Χέραλντ Τρίμπιουν», θα ταξιδέψει φέτος στη Σκάλα του Μιλάνου και το 2008 στην Αγγλική Εθνική Οπερα του Λονδίνου.
Η σάτιρα του Βολταίρου είχε στόχο την οπτιμιστική κοσμοαντίληψη του Γερμανού φιλοσόφου Γκότφριντ Βίλχελμ Λάιμπνιτς που έλεγε ότι επειδή ο Θεός είναι τέλειος, άσχετα από τα δεινά και τις αναποδιές μας, ζούμε στον «καλύτερο, δυνατό κόσμο». Ο Καντίντ δέχεται τις δυστυχίες του σαν τέτοια μοίρα και μόνο στο τέλος της ιστορίας βρίσκει σαν αποδοχή μια προσγειωμένη απάντηση: «να καλλιεργούμε το χωραφάκι μας». Ο Κάρσεν μετέτρεψε τη σκηνή του θεάτρου σε μια μεγάλη τηλεοπτική συσκευή η οποία στη διάρκεια της εισαγωγής της οπερέτας προβάλλει εικόνες από τη ζωή των μεσοαστικών, λευκών οικογενειών των ΗΠΑ, στην ευτυχή τους συνύπαρξη με τα νέα αυτοκίνητα, ψυγεία, αποχυμωτές και τα άλλα εμβλήματα της ευδαιμονίας της εποχής εκείνης, αλλά και της σημερινής. Τόσο στη σάτιρα των Βολταίρου όσο και στη μουσική διασκευή της από τον Μπερνστάιν, κεντρική σκηνή είναι η εκτέλεση στην πυρά του Καντίντ, προκειμένου να σωθεί η Πορτογαλία από ένα νέο σεισμό σαν εκείνο που ισοπέδωσε τη Λισσαβώνα το 1755. Ο σκηνοθέτης, κρατώντας το ειρωνικό τραγούδι «τι ωραία μέρα για εκτέλεση», αναβιώνει το αρχικό όραμα των Χέλμαν - Μπερνστάιν στην αίθουσα των ακροάσεων της Επιτροπής Αντιαμερικανικών Ενεργειών, με πυρσοφόρα μέλη της Κου Κλουξ Κλαν, ως χορό. Κατά κάποιο τρόπο πρόκειται για ένα «εξαμερικανισμένο» Καντίντ και μολονότι τα λόγια των τραγουδιών μένουν αναλλοίωτα, ο σκηνοθέτης πήρε την άδεια από τους κληρονόμους του Χιου Γουίλερ να αλλάξει το λιμπρέτο.
Κοντά στο Μπροντγουέι
Η μουσική του Μπερνστάιν όμως είναι αυτή που απογειώνει την παράσταση. Βαλσάκια, γκαβότες, πόλκες και ρούμπες εναλλάσσονται με λυρικές άριες, δημιουργώντας ένα μουσικό σώμα το οποίο λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ όπερας και μιας μουσικής κωμωδίας που δεν βρίσκεται μακριά και από το τυπικό μιούζικαλ του Μπροντγουέι. Το οποίο άλλωστε είναι και ο τελικός στόχος του σκηνοθέτη.
 http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_2_29/12/2006_210448

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ ΚΑΙ Η ΜΟΥΣΙΚΗ





"Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί
ετούτη η χάρη.
Γιατί καί τό τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές
πού σιγά-σιγά βουλιάζει
και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ πού φαγώθηκε
από τά μαλάματα το πρόσωπό της
κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η
ψυχή μας αύριο κάνει πανιά”.

Γιώργος Σεφέρης

Bach - Brandenburg Concerto No. 3 in G major BWV 1048 -   1. Allegro - 2. Adagio
http://youtu.be/XHHzop0ha6Y

Borodin Quartet plays Beethoven String Quartet Op.132

"Έχω τώρα τελευταία το Κοντσέρτο του Βραδεμβούργου αρ. 3 και το Κουαρτέτο 132, εκείνο με την περίφημη Canzona di ringraziamento "ιερό τραγούδι ευγνωμοσύνης, ενός που γιατρεύτηκε, στο Θεό, σε λυδικό τρόπο". Τα έχω χαμένα, γνώρισα τόσους που ήταν έμπειροι στη μουσική, δε βρέθηκε ένας να μου πει πώς κάποτε ο Μπετόβεν είχε εκφράσει μ’έναν τόσο χειροπιαστό τρόπο την ωριμότητα του ανθρώπου μπροστά στο θάνατο, την ελευθέρωση από το θάνατο με τόσο ανθρώπινο τρόπο. Ότι ο Μπαχ είναι ίσως ο μόνος που υπάρχει που να μην είναι ούτε cérébral, ούτε sensuel, ούτε sentimental, ούτε romantique, ούτε classique, ούτε précieux, ούτε naturel, ούτε prime-sautier, ούτε τίποτα από δαύτα- κανένας χαρακτηρισμός: είναι ο γυμνός άνθρωπος, πλέριος, ζυγισμένος, χωρίς καμιά γωνιά, που μας μοιάζει ή που δεν μας μοιάζει, κι όμως ξέρουμε πως είναι αυτός πλέριος και αληθινός". 

Giulini conducts Franck - Symphony in D minor, Second movement [Part 4/5]

Τ’ απόγευμα άκουσα το δεύτερο μέρος της συμφωνίας του Φρανκ, εκείνο που αρχίζει με τις άρπες, κι άρχισα ένα ποίημα που λέγεται «Τυφλοί». Ένα κεφάλαιο από το ερχόμενο βιβλίο θα λέγεται «Ιντερμέδιο για χαμηλά φωνή». Έτσι επηρεάζομαι από τις μουσικές γιατί βαρέθηκα να επηρεάζομαι από τους λογοτέχνες. Αύριο θα πάω να αγοράσω το Φαύνο ή το Valse του Ραβέλ ή το Bolero. Φαντάζομαι τους μελλούμενους κριτικούς που δε θα μπορούν να βρούν ποιους έκλεψα. Αν ήμουν ελεύθερος θα πηγαινα στο Παρίσι να σπουδάσω μουσική. [29 Νοέμβρη 1931]





Debussy ~ Michelangeli ~ Danseuses de Delphes ~ Preludes, Book 1 No. 1
DEBUSSY - SONATE POUR VIOLON ET PIANO - Jacques THIBAUD - Alfred CORTOT (1929)
Πήρα σήμερα ολόκληρο το πρώτο βιβλίο των Préludes του Claude-Achille (Cortot) και τη Σονάτα του ίδιου για βιολί και πιάνο (Cortot -Thibaud). Τ’ άκουσα αυτά τα κομμάτια δυό τρείς φορές και τώρα είμαι ζαλισμένος, ανυπόστατος και δυστυχής. Τι θές ν’ αξίζουν οι προσπάθειές μας άμα ξέρουμε πώς υπήρξαν τέτοιοι άνθρωποι; [...] Τα ξέρεις όλα αυτά τα Préludes, είναι μαζί δέκατο, η Cathédrale engloutie. Είναι ένα που λέγεται Voiles.[…] Εμένα μου θυμίζει εκείνο του Μαλλαρμέ: La chair est triste, hélas! Κι έπειτα τι σημασία έχει τι μου θυμίζει αν με κάνει να νιώθω τι μου λείπει, μολονότι δεν μπορώ να το πω. Είναι ένα άλλο Des pas sur la neige που φεύγει άπειρα και όμως μένει πάντα πολύ κοντά για να σου θυμίζει θά΄λεγες μόνο και μόνο ότι φεύγει. […]




Τι έφερε στη μουσική αυτός ο άνθρωπος, τι παράθυρα άνοιξε [...] Κάτι ήξερε ο Claude-Achille που έγραφε «musicien Français» και όχι «compositeur»∙ και είναι μουσικός. [31 Μαΐου 1932]


Από το ημερολόγιο του ποιητή διαπιστώνουμε επίσης ότι η μουσική του Debussy τον επηρέασε και στο έργο του, ο ίδιος την συνδέει με την Στέρνα. ( Αν επιτύχει και μ’ αρέσει, και αν ο Claude-Achille ζούσε και ήταν φίλος μου, θα του τη χάριζα).




Stravinsky : Symphony of Psalms (1er mvt)

Ο Σεφέρης έγραψε τον πρόλογο στην έκδοση του 1970 του βιβλίου του Stravinsky με τίτλο Poetics of Music (In the Form of Six Lessons),στον οποίο, μεταξύ άλλων, αναφέρεται στην συνεργασία του Stravinsky με τον Valery και στη σημασία και το κύρος που είχε (ο Valery) για τον ποιητή από τα χρόνια των σπουδών του. Εκφράζει επίσης μέσω του προλόγου αυτού τον απόλυτο θαυμασμό του:
[…] έχει επιβληθεί σαν ένας μεγάλος άρχοντας της μουσικής, παράλληλα με τον άλλο στυλοβάτη της εποχής μας τον Πικάσσο. Τα έργα, οι εκφράσεις των δύο αυτών ανθρώπων έχουν σφραγίσει τον αιώνα μας



Μεγάλη Μουσική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος - ΛΙΛΙΑΝ ΒΟΥΔΟΥΡΗ

Εισαγωγή | Η ζωή του Γιώργου   Σεφέρη | Το έργο του Γιώργου Σεφέρη | Σεφέρης και Μουσική | Ενδεικτική   Βιβλιογραφία | Σελίδες στο Internet